Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Ποιοι και πώς ήθελαν να «θάψουν» τον Μέγα Αλέξανδρο και γιατί δεν τα κατάφεραν

 Από ένα κομμάτι καμμένου ξύλου το ταφικό μνημείο χρονολογήθηκε οριστικά - Ανήκει στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. 
- Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αρχαιολόγοι που θέλουν να γίνουν αρεστοί στην κυβέρνηση επιμένουν ότι το μνημείο είναι ρωμαϊκό. 
 Στο τελευταίο επεισόδιο της περιπέτειας με πρωταγωνιστή τον Τύμβο της Αμφίπολης οποιοδήποτε εύρημα θα μπορούσε να συνδέει το μνημείο με τον Μέγα Αλέξανδρο, εξορκίζεται σαν αμφισβητίσιμο. 
 Κάθε «μακεδονική» υπόθεση που προτείνεται, ιδιαίτερα από...
τους ανασκαφείς, αντιμετωπίζεται με εχθρότητα από πολλούς αρχαιολόγους, επικρίνεται ως αντιεπιστημονική, προπαγανδιστική, ιδεολογικά ύποπτη κ.ο.κ.  
 Στο πλαίσιο μιας τάσης που αξιώνει να κυριαρχήσει ελέω κάποιας υπερφυσικής βεβαιότητας την οποίαν κατέχουν αποκλειστικά οι επικριτές των καθ' ύλην αρμόδιων ερευνητών, η άποψη ότι το μνημείο είναι «ρωμαϊκό» θεωρείται εξ ορισμού ως «επιστημονική» -έστω και εάν δεν βασίζεται σε τεκμήρια, αλλά μόνο σε εκτιμήσεις και υποθέσεις μιας μερίδας αρχαιολόγων. Απεναντίας, η εκδοχή ότι ο Τύμβος είναι μακεδονικός θεωρείται, και πάλι εξ ορισμού, ως «μη επιστημονική» -ακόμη και εάν θεμελιώνεται σε πάμπολλα αρχαιολογικά, καλλιτεχνικά, γεωλογικά κ.λπ ευρήματα: Όμως, από ένα ταπεινό υπόλειμμα καμμένου ξύλου, το μνημείο χρονολογείται ακριβώς στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Και η συζήτηση σε ό,τι αφορά στην κατασκευή, της καμάρας τουλάχιστον, θα μπορούσε να έχει ήδη κλείσει.  
 Όχι μόνον φαίνεται να παρήγγειλε ένα μεγαλοπρεπές ηρώον για τον αδελφικό του φίλο και συνοδοιπόρο Ηφαιστίωνα, αλλά ο Μέγας Αλέξανδρος είναι πιθανόν να απεικονίζεται ο ίδιος σε μια ανάγλυφη ζωφόρο. Γενικότερα, η τεχνοτροπία, τόσο της δόμησης, όσο και των έργων τέχνης (αγαλμάτων, αναγλύφων κ.α), ενισχύει ολοένα και περισσότερο την εκτίμηση ότι το ταφικό μνημείο της Αμφίπολης κατασκευάστηκε τον 4ο π.Χ. αιώνα. Επίσης ο λόφος στον οποίον διαμορφώθηκε ο Τύμβος δεν είναι φυσικός, αλλά ανθρωπογενής στο μεγαλύτερο ποσοστό του. Τα χωματουργικά μηχανήματα που αφαίρεσαν χώμα πάνω από το μνημείο, δεν πέρασαν ποτέ πάνω από τον 3ο Θάλαμο. Οι ζημιές στον συγκεκριμένο χώρο φαίνεται ότι επήλθαν από το υπερβολικό βάρος του χώματος άλλων, παλαιότερων ανασκαφών. Εν αγνοία τους οι αρχαιολόγοι που διερεύνησαν προηγουμένως την κορυφή του Τύμβου, επιβάρυναν το μνημείο που παρέμενε κρυμμένο στα σπλάχνα του λόφου κάτω από τα πόδια τους.    

Δημήτρης Εγγλέζος  

 Με βάση τα μέχρι στιγμής συμπεράσματα των κ.κ. Μιχάλη Λεφαντζή, Δημήτρη Εγγλέζου και Αντόνιο Κόρσο (αρχιτέκτων, πολιτικός μηχανικός και αρχαιολόγος-διεθνής αυθεντία στην αρχαιοελληνική γλυπτική αντίστοιχα), το protothema.gr παρουσιάζει αναλυτικά τα επιχειρήματα των ανασκαφέων υπέρ της χρονολόγησης του μνημείου της Αμφίπολης στο τελευταίο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα, παρόλο που οι επικρίσεις εναντίον τους μένονται απτόητες. Και αυτό γίνεται διότι, μέχρι στιγμής, όχι επειδή υιοθετούμε απαραιτήτως τις απόψεις των ανασκαφέων, αλλά διότι ο δικός τους λόγος είναι ο μόνος συγκροτημένος και τεκμηριωμένος -μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Προφανώς ούτε εκείνοι ούτε εμείς ήμασταν παρόντες όταν κατασκευαζόταν ο Τύμβος, όμως η άκριτη απόρριψη των υποθέσεων που προτείνουν, απάδει, όχι μόνο της επιστημονικής δεοντολογίας, αλλά ακόμη και της στοιχειώδους ηθικής.    

Αντόνιο Κόρσο  

 Στην «αργκό της Αμφίπολης» -εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο- από το προηγούμενο καλοκαίρι κυκλοφορεί ένα φασματικό «ρωμαϊκό πόρισμα». Υποτίθεται πως συνετάχθη από αρχαιολόγους οι οποίοι βασίστηκαν σε μία και μόνη, μάλλον «τουριστική» επίσκεψη στο μνημείο, αλλά και στην εμμονική προσκόλληση ενός γεωλόγου στη θεωρία ότι ο Λόφος Καστά είναι φυσικός. Όμως, τα ευρήματα που παρουσίασαν πρόσφατα οι ανασκαφείς στην 29η Επιστημονική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης για το Αρχαιολογικό Έργο στην Μακεδονία και τη Θράκη, καταρρίπτουν οριστικά κάθε είδους «ρωμαϊκό πόρισμα». Αυτό, βεβαίως, δεν αναχαιτίζει τις επιθέσεις εναντίον τους: Κάθε καινούργιο στοιχείο που παρουσιάζει η ανασκαφική ομάδα αμφισβητείται με πάθος, ενώ συμβαίνουν διάφορα παράδοξα: Για παράδειγμα, οι ίδιοι πάνω-κάτω αρχαιολόγοι που το 2014 καταδίκαζαν -και όχι εντελώς αδικαιολόγητα- την προσπάθεια εκμετάλλευσης της ανασκαφής από την τότε πολιτική ηγεσία, σήμερα επιχειρούν να απαξιώσουν τα στελέχη της ανασκαφικής ομάδας. Ενδεχομένως αυτό γίνεται επειδή η νυν κυβέρνηση ενοχλείται από την επιμονή τους να εμφανίζουν σταδιακά ευρήματα που επιβεβαιώνουν τη σύνδεση του Μνημείου με τη μακεδονική δυναστεία. Με άλλα λόγια η πολιτική εκμετάλλευση του Τύμβου της Αμφίπολης δεν είναι αξιωματικά κακή. Είναι κακή και επιζήμια μόνο εάν δεν εξυπηρετεί τα ιδεολογήματα -ή τις ιδεοληψίες- της κυβερνώσας πλειοψηφίας και των πρόθυμων κολάκων της. Η προβολή της Αμφίπολης κάνει κακό όταν γίνεται από τα «εξωνημένα συστημικά ΜΜΕ», είναι μια χαρά όμως όταν, εντελώς ξαφνικά, τον Αύγουστο του 2015, γίνεται πρωτοσέλιδο στο κομματικό φερέφωνο του ΣΥΡΙΖΑ, την εφημερίδα Αυγή.   
 Με την ίδια λογική ορισμένοι αρχαιολόγοι εξανίστανται όταν ακούν από τους ανασκαφείς ότι «θα πρέπει να κάνουν υπομονή» εφόσον η μελέτη και επεξεργασία των ευρημάτων δεν έχει ολοκληρωθεί. Ωστόσο, το καλοκαίρι του 2014, οι ίδιοι επιστήμονες καυτηρίαζαν σαν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένες και πρώιμες τις υποθέσεις που διατυπώνονταν για το μνημείο. Και είναι οι ίδιοι αυτοί που σήμερα δυσανασχετούν με τις καθυστερήσεις, παρόλο που ορισμένοι εξ αυτών καθυστερούν και μάλιστα επί ολόκληρες δεκαετίες τις δικές τους αρχαιολογικές μελέτες. Είναι πολυάριθμα τα οξύμωρα και ποικίλες οι αντιφάσεις της κόντρας «Μεγαλεξανδρομάχων» και «Μεγαλεξανδροφίλων», δηλαδή μεταξύ αρχαιολόγων και λοιπών επιστημόνων για την Αμφίπολη. Το πιο εντυπωσιακό είναι όμως η αντιστροφή που επιχειρείται ως προς την ερμηνεία του μνημείου σύμφωνα με το εξής υπεραπλουστευτικό, μανιχαϊστικό σχήμα: «Μακεδονικό = κακό, ρωμαϊκό = καλό». Το ότι και οι δύο απόψεις θα μπορούσαν να τεθούν σε επιστημονική συζήτηση, σε μια υγιή αντιπαράθεση και να διαψεύσει ή να επιρρώσει η μία την άλλην, είναι μια διαδικασία που φαίνεται να έχει εγκαταληφθεί, ειδικά για την Αμφίπολη.    

Η χρονολόγηση στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου  

 Όπως εξηγεί ο πολιτικός μηχανικός κ. Δημήτρης Εγγλέζος, «τα θολωτά μνημεία γενικά κατασκευάζονται ταυτόχρονα με εξωτερική επίχωση. Μόνο έτσι λειτουργούν σωστά στατικά. Το να καλύπτονται από χώμα είναι μέρος της κατασκευής τους. Πρέπει να είναι θαμμένα. Σε αυτή την εξωτερική επίχωση που λειτουργούσε ως μέσο στήριξης του μνημείου, βρέθηκε ένα 'καρβουνάκι'. Μάλιστα, εντοπίστηκε ακριβώς στο ύψος της καμάρας. Άρα, το συγκεκριμένο καρβουνάκι, βρέθηκε σε ένα υλικό που χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα με την επίχωση στη χρονική φάση κατασκευής του μνημείου. Ύστερα από τις αναλύσεις που έγιναν με τη μέθοδο του 'άνθρακα 14', η καύση του ξύλου που απέμεινε σαν μικρό κομμάτι κάρβουνου, χρονολογείται μεταξύ 360 και 300 π.Χ. αλλά με μεγαλύτερη πιθανότητα το 320-325 π.Χ. Αυτό είναι το παλαιότερο όριο χρονικά που μπορεί να έχει κατασκευαστεί το μνημείο. Δεν μπορεί να έχει κατασκευαστεί πιο πριν».  
 Σε αυτά ο αρχιτέκτων κ. Μιχάλης Λεφαντζής συμπληρώνει: «το ξύλο βρέθηκε στην επίχωση, στο ύψος της γενέτειρας της καμάρας. Πιθανώς να προέρχεται από το εργοτάξιο, από κάποιο ικρίωμα. Και είμαστε εξαιρετικά τυχεροί που βρέθηκε. Το ικρίωμα, η σκαλωσιά, πιθανότατα κατέπεσε όταν έκαναν την κατάχωση από την εξωτερική παρειά, πριν από την ολοκλήρωση της κατασκευής της καμάρας. Και έμεινε εκεί. Είναι δεδομένο ότι αυτό το κομμάτι ξύλου μπαίνει μετά από την κατασκευή της τοιχοποιίας. Έχει χρονολογηθεί η κοπή του ξύλου, από το δένδρο του. Δεν μπορεί να απέχει πολύ χρονικά η κοπή από τη χρήση του στην κατασκευή της καμάρας. Το 'καρβουνάκι' μάς δίνει ένα terminus, ένα όριο, για την κατασκευή της τοιχοποιίας. Αυτό το όριο είναι στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Η τοιχοποιία είχε ήδη γίνει όταν έγινε η καύση αυτού του ξύλου».
Δείτε την συνέχεια ΕΔΩ