Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

«Βόμβα» στον επιχειρηματικό κόσμο: Αυτοκτόνησε ο Κυριάκος Μαμιδάκης, ιδιοκτήτης της Jetoil

  Νεκρός βρέθηκε γύρω τις δυο μετά το μεσημέρι, στο σπίτι του στο Διόνυσο ο επιχειρηματίας Κυριάκος Μαμιδάκης, 84 ετών, ιδρυτής και ιδιοκτήτης της εταιρείας πετρελαιοειδών Jetoil.  Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της αστυνομίας, πρόκειται πιθανότατα για αυτοκτονία με όπλο. Για το τραγικό συμβάν διενεργείται προανάκριση.  
 Ωστόσο, το γεγονός ότι έρχεται λίγα 24ωρα από τη δημοσιοποίηση της αίτησης για ένταξη στο άρθρο 99, δείχνει ότι πιθανότατα ο επικεφαλής της εταιρείας δεν άντεξε την πτώχευση της εταιρείας του.  
 Η είδηση έπεσε σα βόμβα στον επιχειρηματικό κόσμο που γνώριζε την...
οικογένεια Μαμιδάκη η οποία ξεκίνησε πριν από περίπου 50 χρόνια κι έφτιαξε έναν πολυσχιδή όμιλο και μια τεράστια περιουσία. Η αυτοκτονία του 84χρονου Μαμιδάκη δείχνει και την εξαιρετικά δραματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται μεγάλη μερίδα των επιχειρηματιών οι οποίοι πνίγονται στα χρέη και βλέπουν τα δημιουργήματά τους να καταρρέουν. 

 Ποιος ήταν  

 Ο Κυριάκος Μαμιδάκης γεννήθηκε στο χωριό Ανώσκελη της επαρχίας Κισσάμου του νομού Χανίων Κρήτης το 1932, από τους Αλέξανδρο και Ειρήνη Μαμιδάκη.  
 Τελείωσε την Εμπορική Σχολή το 1951 και παρακολούθησε δι' αλληλογραφίας και ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του Κολλεγιακού School of Career του LSE. Ξεκίνησε να εργάζεται το 1952 δίπλα στον θείο του Γ. Ι. Μαμιδάκη στην Εμπορία Πετρελαιοειδών.  
 Το Νοέμβριο του 1968 μαζί με τα αδέρφια του Γιώργο και Νίκο προχώρησαν σε δικές τους δραστηριότητες ιδρύοντας τη JETOIL.  
 Η τραγωδία έρχεται μετά τη δημοσιοποίηση της αίτησης για ένταξη στο άρθρο 99 και ουσιαστικά την επισημοποίηση της πτώσης μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαιοειδών στην Ελλάδα.  Αναφερόμενη στους λόγους που την οδήγησαν στην κατάθεση της αίτησης, η εταιρεία τονίζει την ανάγκη προστασίας από τους πιστωτές της προκειμένου να υλοποιήσει σχέδιο εξυγίανσης.  
 Αποδίδει τα προβλήματα και τη συσσώρευση συνολικών υποχρεώσεων ύψους 314,5 εκατ. ευρώ προς πιστωτές στην ύφεση της ελληνικής οικονομίας αλλά και στην επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας διεθνώς, που επηρέασε τη ζήτηση στον κλάδο πετρελαιοειδών, καθώς και στη δυστοκία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές της κυρίως μέσω της παροχής εγγυήσεων για την πραγματοποίηση εισαγωγών. Από τις συνολικές υποχρεώσεις της Jetοil ύψους 314,5 εκατ. ευρώ, τα 184 εκατ. είναι προς τις τράπεζες, 87 εκατ. προς προμηθευτές, 2,5 εκατ. ευρώ προς το ελληνικό Δημόσιο, 650.000 ευρώ προς ασφαλιστικά ταμεία, 920.000 ευρώ προς τους εργαζομένους, κ.ά. 
 Τα αδιέξοδα προβλήματα της εταιρείας του κλάδου, που ιδρύθηκε στα τέλη του 1960 από τους αδερφούς Κυριάκο, Γιώργο και Νίκο Μαμιδάκη και εξελίχθηκε μέσα στις επόμενες δεκαετίας στην τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία της εγχώριας αγοράς, ξεκίνησαν εδώ και ένα χρόνο περίπου. Με ένα δίκτυο 600 πρατηρίων, τις μεγαλύτερες μετά τα διυλιστήρια εγκαταστάσεις αποθήκευσης στην Ελλάδα και μεγάλη εξαγωγική δραστηριότητα στα Βαλκάνια, κρατούσε μέχρι και προ ενός έτους την πέμπτη θέση της αγοράς.  
 Τα προβλήματά της είναι γνωστά στην αγορά εδώ και πολύ καιρό και αποδίδονται τόσο στην ύφεση που έχει αφαιρέσει από την αγορά το 30% του τζίρου της, όσο και σε λανθασμένες διαχρονικά εμπορικές επιλογές της διοίκησης της εταιρείας, οι οποίες βεβαίως μπορεί να μην οδηγούσαν στο ίδιο αποτέλεσμα εάν δεν μεσολαβούσε η κρίση.  
 Είναι γνωστό για παράδειγμα ότι μεσούσης της κρίσης το 2010, η Jet Oil προχώρησε στην εξαγορά των εταιρειών Dracoil και El Petrol, διευρύνοντας το δίκτυο πρατηρίων της, φορτώθηκε όμως και τα ανοίγματα και τις επισφάλειες των δύο εταιρειών.  
 Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, «έχασε» εκατοντάδες πρατήρια σε Πελοπόννησο και Αττική, ενώ περιόρισε την παρουσία της στην Κρήτη. Η κατάθεση της αίτησης στο Πρωτοδικείο έγινε στις 9 Ιουνίου, ενώ η κύρια συζήτηση θα γίνει την 1η Νοεμβρίου.  
 Στον ισολογισμό του 2014 η εταιρία εμφανίζει συνολικές υποχρεώσεις περίπου 320 εκατ. ευρώ ενώ το προσωπικό που απασχολεί ανέρχεται σε 200 άτομα.  
 Σήμερα η δραστηριότητά της στη λιανική είναι σχεδόν μηδενική, με τα 600 πρατήριά της να έχουν αλλάξει εμπορικό σήμα, ενώ σταδιακά περιορίστηκαν τους τελευταίους μήνες και οι εξαγωγές στις χώρες των Βαλκανίων. Στο διάστημα του τελευταίου έτους μεσολάβησαν προσπάθειες της διοίκησης για αναζήτηση επενδυτή, οι οποίες όμως δεν τελεσφόρησαν. Η αγορά πετρελαιοειδών θεωρούσε εδώ και μήνες την κατάσταση της εταιρείας εξαιρετικά δύσκολη, καθώς οι συνθήκες που διαμορφώνονται στην αγορά δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια για βελτίωση.