Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Η δικαίωση του Καραμανλή για το διογκωμένο έλλειμμα

 Για «άνεμο ανεξαρτησίας στη Δικαιοσύνη, ελέω Παπαγγελόπουλου» κάνουν λόγο στο «Π» έγκυροι νομικοί κύκλοι.
 Έντονες αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας προκαλεί η απόφαση (1331/2016) του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη μερική αναίρεση του απαλλακτικού βουλεύματος για τον πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, για την υπόθεση του «φουσκωμένου» ελλείμματος το 2009.  
 Η σημαντική αυτή δικαστική εξέλιξη χαρακτηρίζεται από έμπειρους κοινοβουλευτικούς δικαίωση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, ενώ επαναφέρει στο τραπέζι το...
«βρώμικο 2009», που οδήγησε τη χώρα στην αγκαλιά του ΔΝΤ, στην υπογραφή μνημονίων σκληρής λιτότητας, στη διάλυση της πραγματικής οικονομίας και στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού. 
 Ο πρώην πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ, ύστερα από σχετική εισήγηση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου, παραπέμπεται για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης σε βάρος του Δημοσίου, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (σ.σ.: κακουργηματική κατηγορία). Για το ίδιο αδίκημα, μετά την αναίρεση σκέλους του υπ’ αριθμόν 1149/2015 βουλεύματος, παραπέμπονται και οι δύο πρώην προϊστάμενοι των υπηρεσιών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, Κωνσταντίνος Μολφέτας και Αθανασία Ξενάκη.  
 Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Ανδρέας Γεωργίου έχει ήδη παραπεμφθεί στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων με την κατηγορία της παράβασης καθήκοντος. Το εν λόγω αδίκημα συνίσταται στο ότι δεν παραιτήθηκε από την προηγούμενη υπαλληλική του θέση που κατείχε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επί 21 χρόνια και στην παράνομη διατήρησή της, παράλληλα με αυτήν του προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, κάτι το οποίο αποτελεί παραβίαση του νομοθετικού πλαισίου που προβλέπει την υποχρεωτική, πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του εκάστοτε προέδρου της Αρχής.

Η τεχνητή διόγκωση  

 Το 2009 είναι η χρονιά που η παγκόσμια οικονομική κρίση πλήττει για τα καλά τις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Ελλάδα να μπαίνει και αυτή στο μάτι του κυκλώνα.  Υπενθυμίζεται ότι εκείνη τη χρονιά κάθε πρόβλεψη και σχεδιασμός των περισσότερων κυβερνήσεων πάει στον κάλαθο των αχρήστων, με την Ολλανδία να καταγράφει έλλειμμα 5,4% (πρόβλεψη για πλεόνασμα 1,2%), τη Φινλανδία 2,5% (πρόβλεψη για πλεόνασμα 2,1%) και τη Μεγάλη Βρετανία να βλέπει το έλλειμμά της να «φουσκώνει» στο 11,4%, έναντι πρόβλεψης για 8,2%.  
 Ο τελευταίος Προϋπολογισμός της κυβέρνησης Καραμανλή προβλέπει ότι το 2009 η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2,7%, ωστόσο, λόγω των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η χρονιά κλείνει με ύφεση 2,3%. Η τελευταία εκτίμηση που εστάλη στις Βρυξέλλες παραμονές των εκλογών του Σεπτεμβρίου είναι για έλλειμμα 6,2% –εκτίμηση αρκετά φιλόδοξη, αλλά σίγουρα πιο κοντά στην πραγματικότητα σε σχέση με το 15,4% που παρουσίασε η ΕΛΣΤΑΤ επί ημερών του κ. Γεωργίου–, κάτι που βεβαιώνει και ο τότε διοικητής της ΤτΕ, Γιώργος Προβόπουλος, προειδοποιώντας τους πολιτικούς αρχηγούς ότι, εάν δεν ληφθούν μέτρα, τότε το έλλειμμα μπορεί να φτάσει ακόμα και σε διψήφιο νούμερο.  
 Με τον Γιώργο Παπανδρέου να αρνείται κάθε ανοχή στον Κώστα Καραμανλή (σ.σ.: αργότερα αποδείχτηκε ότι ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ συζήταγε ήδη με τον Ντομινίκ Στρος Καν την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ), η χώρα οδηγείται σε εκλογές. Με σύνθημα το «λεφτά υπάρχουν», ο Παπανδρέου κερδίζει πανηγυρικά. Το πρώτο τρίμηνο διακυβέρνησης της χώρας από τον κ. Παπανδρέου, με υπουργό Οικονομικών τον «πολύ» Γιώργο Παπακωνσταντίνου, αποτελεί μνημείο ανευθυνότητας σε μία προσπάθεια να δείξει ότι πράγματι «λεφτά υπάρχουν», εν αντιθέσει με τον κ. Καραμανλή, ο οποίος προεκλογικά έκανε λόγο για ανάγκη συγκράτησης των δαπανών, αύξησης των δημοσίων εσόδων και περιοριστικών πολιτικών γενικότερα.  
 Είναι χαρακτηριστικό το ότι την περίοδο Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2009 δίνονται επιστροφές φόρων ύψους 1,5 δισ. ευρώ (τις οποίες το οικονομικό επιτελείο «παγώνει» την 1η Ιανουαρίου 2010), γίνονται πληρωμές χρεών σε προμηθευτές νοσοκομείων ύψους 1,2 δισ. ευρώ χωρίς καμία διαπραγμάτευση για έκπτωση, ανακοινώνονται νέα εξοπλιστικά προγράμματα ύψους 700 εκατ. ευρώ, ψηφίζεται –και δίνεται η πρώτη δόση, ύψους 0,5 δισ. ευρώ– το επίδομα αλληλεγγύης, αυξάνονται οι δαπάνες του Δημοσίου κατά 700 εκατ. ευρώ (οδοιπορικά, λειτουργικά έξοδα, προμήθειες κ.ά.) και αυξάνεται το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων κατά 200 εκατ. ευρώ. 
 Ταυτόχρονα, μεταφέρεται για το 2010 η είσπραξη του ΕΤΑΚ (προϋπολογισμένα έσοδα 600 εκατ. ευρώ), καταργείται η ρύθμιση για τους ημιυπαίθριους, τους φόρους σε λαχεία, Ξυστό και σκάφη αναψυχής (προϋπολογισμένα έσοδα 2,2 δισ. ευρώ) και οι εισπρακτικοί μηχανισμοί πέφτουν σε… λήθαργο, με την υστέρηση δημοσίων εσόδων να φτάνει το 1,7 δισ. ευρώ.  
 Το άθροισμα αυτών των ποσών προσεγγίζει τα 10 δισ. ευρώ. Θα παρουσιαστεί αργότερα από την κυβέρνηση Παπανδρέου ως «κρυφό έλλειμμα» που κληρονόμησε από την κυβέρνηση Καραμανλή και θα βοηθήσει τον εκλεκτό του Γιώργου Παπακωνσταντίνου για τη θέση του επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, Ανδρέα Γεωργίου, να παρουσιάσει έλλειμμα για το 2009 ύψους 15,4% –μεγαλύτερο και από αυτό της Ιρλανδίας–, στέλνοντας τη χώρα στην αγκαλιά του ΔΝΤ και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Σε αυτό συνέβαλε και η απόφαση να ενταχθούν στον Προϋπολογισμό της γενικής κυβέρνησης και μία σειρά από ελλειμματικές ΔΕΚΟ, της αμυντικής βιομηχανίας και άλλων φορέων του ευρύτερου δημοσίου τομέα, χωρίς όμως να προηγηθούν σχετικές μελέτες, εν αντιθέσει με την πρακτική που ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη της Κομισιόν.

Η εμπλοκή της Δικαιοσύνης  

 Στις 29 Σεπτεμβρίου 2011, ο τότε πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Γιάννης Δ. Αδαμόπουλος, καταθέτει μηνυτήρια αναφορά «σχετικά με τη διάπραξη σοβαρότατων αξιόποινων πράξεων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), που αφορούν παράνομη διόγκωση του αναθεωρημένου ελλείμματος του 2009 σε 15,4%, με τελικό αποτέλεσμα την υπαγωγή της Ελλάδας στο μνημόνιο και τη συνακόλουθη επιβολή στη χώρα μας σκληρών δημοσιονομικών και άλλων μέτρων σε βάρος του ελληνικού λαού».  
 Την προκαταρκτική εξέταση αναλαμβάνουν οι τότε οικονομικοί εισαγγελείς Γρηγόρης Πεπόνης και Σπύρος Μουζακίτης, οι οποίοι στις 22 Ιανουαρίου 2013 υποβάλλουν πρόταση για άσκηση ποινικών διώξεων σε βαθμό κακουργήματος κατά των επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, ως υπόπτων για τη διάπραξη σειράς αδικημάτων, τα οποία είχαν αντικείμενο και την τεχνητή διόγκωση του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος αλλά και τις μετέπειτα βαρύτατες επιπτώσεις σε βάρος του ελληνικού λαού. Υπενθυμίζεται ότι στο μεσοδιάστημα οι δύο αυτοί εισαγγελικοί λειτουργοί είχαν φθάσει στο σημείο να υποβάλουν την παραίτησή τους, καταγγέλλοντας παρεμβάσεις στο έργο τους.  
 Στις 27 Αυγούστου 2013, η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευτέρπη Κουτζαμάνη, διατάσσει τη διενέργεια εισαγγελικής και πειθαρχικής έρευνας για την υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ, με αφορμή την αναφορά που της κατέθεσε η Συντονιστική Επιτροπή των δικηγορικών συλλόγων της χώρας. Ειδικότερα, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου διαβίβασε την αναφορά της Συντονιστικής Επιτροπής στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών της Αθήνας, προκειμένου να διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση και να διερευνηθούν τα καταγγελλόμενα (περί τεχνητής διόγκωσης του ελλείμματος) από την καθηγήτρια και πρώην μέλος του ΔΣ της ΕΛΣΤΑΤ, Ζωή Γεωργαντά. Παράλληλα, διαβίβασε την αναφορά και στον προϊστάμενο Επιθεώρησης των Δικαστηρίων, ώστε να αναζητηθούν τυχόν πειθαρχικές ευθύνες της 5ης τακτικής ανακρίτριας Ελένης Πεδιαδίτη, που χειρίστηκε την υπόθεση. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η κα Γεωργαντά είχε καταγγείλει ότι η ανακρίτρια «της ζήτησε και συναντήθηκαν εκτός του γραφείου της, σε άλλον χώρο».  
 Στις 10 Ιουλίου 2014 το Συμβούλιο Εφετών, με βούλευμά του, διατάσσει την περαιτέρω ανάκριση στην υπόθεση των καταγγελιών περί τεχνητής διόγκωσης του ελλείμματος του 2009 από την ΕΛΣΤΑΤ, απορρίπτοντας την πρόταση της 5ης ανακρίτριας, που ζητούσε το «κλείσιμο» της έρευνας. Οι εφέτες ουσιαστικά επέστρεψαν τη δικογραφία στην Ευελπίδων, κρίνοντας πως πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου στοιχεία της υπόθεσης τα οποία είτε δεν ελήφθησαν υπόψη από την ανάκριση είτε δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς.  
 Κατά την κρίση της ανακρίτριας, η εν λόγω δικογραφία θα έπρεπε να τεθεί στο αρχείο, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία για τεχνητή διόγκωση του ελλείμματος σε βάρος του τότε προέδρου Ανδρέα Γεωργίου καθώς και στελεχών της Αρχής. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, στις 26 Μαΐου 2015, ο εισαγγελέας Αντώνης Λιόγας προτείνει εκ νέου στο Συμβούλιο Εφετών να τεθεί στο αρχείο η υπόθεση. Ο εισαγγελικός λειτουργός, κατά την εισήγησή του, υποστηρίζει ότι δεν προκύπτουν οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους τρεις κατηγορουμένους (Ανδρέας Γεωργίου, Κωνσταντίνος Μολφέτας και Αθανασία Ξενάκη).  
 Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 2015 η τότε αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου, καταθέτει αίτημα μερικής αναίρεσης του βουλεύματος, η οποία πριν από μερικές ημέρες γίνεται αποδεκτή από το Ποινικό Τμήμα του ανώτατου δικαστηρίου και τις επόμενες εβδομάδες αναμένεται η οριστική απόφαση του αρμόδιου Συμβουλίου Εφετών.

«Άνεμος ανεξαρτησίας με Παπαγγελόπουλο»  

 Έγκυροι νομικοί κύκλοι, σχολιάζοντας την απόφαση του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ανέφεραν στο «Π» πως «είναι εμφανές πλέον ότι στη Δικαιοσύνη φυσάει άνεμος ανεξαρτησίας».  
 Προσέθεταν, δε, με νόημα ότι «με προηγούμενες ηγεσίες του Αρείου Πάγου, η ανακρίτρια που χειριζόταν την υπόθεση έφτασε στο σημείο να καλεί τους μάρτυρες κατηγορίας σε μυστικά ραντεβού, προκειμένου να τους καθοδηγήσει, ώστε να μην καταθέσουν επιβαρυντικά στοιχεία για τον κ. Γεωργίου». Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον σημερινό αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης, Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, για τον οποίο σημειώνουν χαρακτηριστικά: «Καλό είναι να θυμούνται τα όσα έχουν συμβεί, αυτόν που σπεύδουν να τον κατηγορήσουν επειδή είχε την παρρησία να μιλήσει για “δικαστικά πραξικοπήματα” και “παραδικαστικά κυκλώματα”».  
 Αν μη τι άλλο, λοιπόν, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει στον αναπληρωτή υπουργό ότι επί των ημερών του η Δικαιοσύνη κινείται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει, πως «ξεπαγώνουν» ή ανοίγουν εκ νέου υποθέσεις που αφορούν το δημόσιο συμφέρον και η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών κινείται πολύ πιο άνετα –στο πλαίσιο φυσικά που ορίζει ο νόμος–, χωρίς να υπολογίζει ποια συμφέροντα θα βάλει απέναντι.

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 6/8