Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Η "Χρήσιμη βία" του Εθνικού μας ύμνου - Βίντεο


Τα περισσότερα κράτη έχουν ύμνους, που ορίζονται ως «τραγούδια εξύμνησης, αφοσίωσης ή πατριωτισμού».

Tο νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος απέκτησε ως επίσημο και αναγνωρισμένο διεθνώς εθνικό ύμνο, το μελοποιημένο υπέροχο ποίημα του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, αφιερωμένο στο υπέρτατο αγαθό των Ελλήνων, την...
Ελευθερία. Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο και ένα χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι.

Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο (1795-1872, ευρύτερα γνωστό μόνο με το επίθετο Μάντζαρος) επάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Η μουσική του Εθνικού Ύμνου είναι γραμμένη σε ρυθμό 3/4, στο ρυθμό του Τσάμικου, του πιό λεβέντικου Ελληνικού χορού. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-1840), ο οποίος υπέβαλλε το έργο του στον βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).

Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Νικόλαου Χαλικιόπουλου-Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον πρώτο βασιλιά του Νεοελληνικού Κράτους. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του υπουργού Στρατιωτικών. Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865 για να παρευρεθεί στις εκδηλώσεις της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης, που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθως με Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών της τότε Κυβέρνησης Αλ. Κουμουνδούρου (υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης), το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού».

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές• από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως Εθνικός μας Ύμνος το 1865. Από αυτές μόνο οι δύο πρώτες είναι εκείνες, που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές:

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Έτσι και παρά το γεγονός, ότι και οι 158 στροφές του ποιήματος ομοιοκαταλήγουν και μπορούν να τραγουδιστούν στην μουσική του Εθνικού Ύμνου, τελικά μόνο οι πρώτες δύο στροφές καθιερώθηκαν και αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της χώρας μας. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».

Ο Εθνικός μας Ύμνος καθιερώθηκε και χρησιμοποιείται επίσης από το 1966 και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από την αρχή που ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 για την απελευθέρωση του υποδουλωμένου Γένους μας, δημιουργήθηκε η ανάγκη να καθιερωθεί ένας κοινός πατριωτικός ύμνος για τους Έλληνες, με σκοπό να τους ενώνει στον αγώνα τους «υπέρ πίστεως και πατρίδος» και να τους εμψυχώνει. Έτσι οι αγωνιζόμενοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν για τον σκοπό αυτό πολλά κλέφτικα τραγούδια, αποσπάσματα από τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου και άλλα θρησκευτικά και πατριωτικά άσματα, μερικά από τα οποία ήταν ευρύτατα διαδεδομένα. Τους ύμνους και τα άσματα αυτά τα τραγουδούσαν σε στιγμές εθνικής έπαρσης, σε μάχες, σε επινίκιους πανηγυρισμούς, αλλά και όταν τιμούσαν τους αρχηγούς και τους πεσόντες συναγωνιστές τους. Δεν ήταν, όμως, δυνατό να καθιερωθεί την εποχή εκείνη ένας ενιαίος «εθνικός ύμνος» για όλους τους αγωνιζόμενους. Παρόλα αυτά διασώζονται κάποιοι από τους ύμνους αυτούς, που ήταν εκείνη την εποχή πολύ διαδεδομένοι. Ένας από αυτούς είναι και το πατριωτικό τραγούδι, που παραθέτουμε, το οποίο βασίζεται στο ποίημα του Κωνσταντίνο Κοκκινάκη (1781 Αίγινα – 1831 Χίος), λόγιο της εποχής:

Ω, λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου,
κι εσύ τουφέκι, φλογερόν πουλί μου.
Εσείς τον Τούρκον σφάξατε,
τον τύραννον σπαράξατε,
ν’ αναστηθεί η Πατρίς μου,
να ζήσει το σπαθί μου.

Για της Πατρίδος την Ελευθερίαν,
για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,
γι’ αυτά τα δύο πολεμώ,
μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ
και αν δε τα αποκτήσω,
τι μ’ ωφελεί να ζήσω;